Η πρωκτίτιδα είναι μια πάθηση που πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να συζητήσουν, παρότι τα συμπτώματά της μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την καθημερινότητα και την ψυχολογία τους. Ο πόνος, η αιμορραγία ή η αίσθηση καψίματος στην περιοχή του ορθού είναι θέματα που συχνά προκαλούν αμηχανία, οδηγώντας αρκετούς ασθενείς σε καθυστέρηση της επίσκεψης σε ειδικό. Ωστόσο, αυτή η καθυστέρηση μπορεί να επιδεινώσει τη φλεγμονή και να δυσκολέψει τη θεραπευτική προσέγγιση.
Πέρα από τη σωματική δυσφορία, η πρωκτίτιδα επηρεάζει συχνά και την ψυχική ευεξία. Η ανασφάλεια που προκαλεί η αιμορραγία ή ο πόνος, οι φόβοι για σοβαρότερα νοσήματα, αλλά και η επιβάρυνση στις κοινωνικές δραστηριότητες ή την εργασία, καθιστούν την πάθηση σημαντική όχι μόνο ιατρικά αλλά και ψυχολογικά. Γι’ αυτό και η ενημέρωση γύρω από τα αίτια, τα συμπτώματα και τη θεραπεία της είναι απαραίτητη για κάθε άτομο που παρατηρεί αλλαγές στις εντερικές του συνήθειες.
Η κατανόηση της πάθησης και η έγκαιρη επίσκεψη σε πρωκτολόγο είναι επομένως το πρώτο και πιο ουσιαστικό βήμα προς τη σωστή αντιμετώπιση. Πριν, όμως, φτάσουμε στη θεραπεία, ας δούμε τι ακριβώς είναι η πρωκτίτιδα, ποιοι παράγοντες την προκαλούν και πώς εκδηλώνεται.
Τι είναι η πρωκτίτιδα και πώς εκδηλώνεται
Η πρωκτίτιδα είναι μια φλεγμονώδης πάθηση που προσβάλλει το εσωτερικό τοίχωμα του ορθού, δηλαδή το τμήμα του πεπτικού σωλήνα που βρίσκεται ακριβώς πριν από τον πρωκτό. Πρόκειται για φλεγμονή του βλεννογόνου, ο οποίος υπό φυσιολογικές συνθήκες είναι λεία και ανθεκτική επιφάνεια, απαραίτητη για τη φυσιολογική διέλευση των κοπράνων. Όταν ο βλεννογόνος αυτός φλεγμαίνει, διογκώνεται και γίνεται ευαίσθητος, προκαλώντας συμπτώματα που κυμαίνονται από ήπια ενόχληση έως έντονο πόνο και αιμορραγία. Σε πιο προχωρημένα στάδια, ο ιστός γίνεται εύθραυστος και μπορεί να αιμορραγεί ακόμη και χωρίς αφόδευση, ενώ σε χρόνιες περιπτώσεις αναπτύσσονται μικρά έλκη που επιδεινώνουν τη φλεγμονώδη διεργασία.
Τα πρώτα σημάδια της πρωκτίτιδας συχνά είναι ύπουλα και παραβλέπονται, επειδή ο ασθενής τα αποδίδει σε απλές αιμορροΐδες ή σε προσωρινό ερεθισμό του εντέρου. Ωστόσο, η παρουσία αίματος ή βλέννας στα κόπρανα, ο πόνος κατά την αφόδευση, η αίσθηση καψίματος ή πίεσης στο ορθό, καθώς και ο επίμονος κνησμός στην περιοχή, αποτελούν σαφή προειδοποιητικά σημάδια. Ένα χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι ο τενεσμός, δηλαδή η επίμονη και ενοχλητική ανάγκη για αφόδευση, ακόμη και όταν το έντερο είναι άδειο. Πολλοί ασθενείς αναφέρουν επίσης αίσθημα ατελούς κένωσης, σαν να μην έχουν αποβάλει πλήρως τα κόπρανα, γεγονός που οδηγεί σε συνεχή δυσφορία και επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητά τους.
Η πρωκτίτιδα μπορεί να εκδηλωθεί με διαφορετική ένταση από άτομο σε άτομο. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται μόνο ήπια δυσφορία και ελάχιστη αιμορραγία, ενώ σε άλλες η φλεγμονή προκαλεί συνεχή πόνο, έντονη ευαισθησία και δυσκολία στη φυσιολογική λειτουργία του εντέρου. Ορισμένοι ασθενείς αναφέρουν ότι ο πόνος επιτείνεται μετά την αφόδευση ή όταν παραμένουν πολλή ώρα καθιστοί, ενώ σε πιο σοβαρές μορφές μπορεί να συνοδεύεται από χαμηλό πυρετό, κόπωση ή γενική αδυναμία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρωκτίτιδα δεν είναι πάντα αποτέλεσμα μιας μόνο αιτίας· συχνά προκύπτει ως σύμπτωμα άλλης πάθησης, όπως φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, λοίμωξη ή τραυματισμός του ορθού. Η φλεγμονή μπορεί να είναι οξεία, δηλαδή να εμφανίζεται ξαφνικά με έντονα συμπτώματα, ή χρόνια, όπου τα ενοχλήματα επιμένουν για μεγάλο διάστημα και επανέρχονται περιοδικά. Όποια κι αν είναι η μορφή της, η πρωκτίτιδα αποτελεί ένδειξη ότι ο βλεννογόνος του ορθού έχει υποστεί βλάβη και χρειάζεται ιατρική διερεύνηση.
Αίτια της πρωκτίτιδας
Η πρωκτίτιδα μπορεί να οφείλεται σε ποικιλία παραγόντων. Ορισμένες μορφές είναι παροδικές και προκαλούνται από λοιμώξεις ή ερεθισμούς, ενώ άλλες είναι χρόνιες και συνδέονται με συστηματικές παθήσεις.
1. Φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου
Η ελκώδης κολίτιδα και η νόσος Crohn αποτελούν δύο από τα συχνότερα αίτια χρόνιας πρωκτίτιδας. Στην ελκώδη κολίτιδα, η φλεγμονή συχνά ξεκινά από το ορθό και επεκτείνεται προς τα πάνω, προκαλώντας αιματηρές κενώσεις και ερεθισμό. Η νόσος Crohn, αν και συνήθως επηρεάζει τμήματα του λεπτού εντέρου, μπορεί να προσβάλει και την περιοχή του πρωκτού και του ορθού, δημιουργώντας έλκη και αποστήματα.
2. Λοιμώξεις
Πολλοί μικροοργανισμοί μπορούν να προκαλέσουν λοιμώδη πρωκτίτιδα. Συχνότερα ευθύνονται βακτήρια όπως τα Chlamydia trachomatis, Neisseria gonorrhoeae, Treponema pallidum (σύφιλη), καθώς και ιοί όπως ο ιός του έρπητα (HSV) και ο HPV. Οι λοιμώξεις αυτές μεταδίδονται κυρίως μέσω πρωκτικής σεξουαλικής επαφής, αλλά και από επιμολύνσεις άλλων περιοχών.
3. Ακτινοθεραπεία
Η ακτινική πρωκτίτιδα αποτελεί επιπλοκή που εμφανίζεται μετά από ακτινοθεραπεία στην περιοχή της πυέλου, συνήθως σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη, της μήτρας ή του ορθού. Η φλεγμονή μπορεί να εκδηλωθεί είτε άμεσα, λίγες εβδομάδες μετά τη θεραπεία, είτε καθυστερημένα, ακόμη και μήνες ή χρόνια αργότερα.
4. Ισχαιμική πρωκτίτιδα
Σε σπάνιες περιπτώσεις, η μειωμένη αιμάτωση του ορθού μπορεί να οδηγήσει σε ισχαιμική πρωκτίτιδα, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένα άτομα ή σε ασθενείς με αγγειακές παθήσεις.
5. Μηχανικοί ή χημικοί ερεθισμοί
Υπερβολική χρήση καθαρτικών, υπόθετων, εχέμυλων ή χημικών ουσιών μπορεί να προκαλέσει ερεθιστική πρωκτίτιδα. Παρόμοια, η συχνή πρωκτική επαφή ή ο τραυματισμός του βλεννογόνου μπορεί να οδηγήσουν σε φλεγμονή.
Διάγνωση & Θεραπεία
Η διάγνωση της πρωκτίτιδας βασίζεται στον συνδυασμό του ιατρικού ιστορικού, της κλινικής εξέτασης και εξειδικευμένων ενδοσκοπικών και εργαστηριακών ελέγχων. Ο γιατρός, συνήθως πρωκτολόγος, ξεκινά με τη λήψη ενός λεπτομερούς ιστορικού, διερευνώντας παράγοντες όπως οι σεξουαλικές συνήθειες, η χρήση φαρμάκων, τυχόν προηγούμενες θεραπείες ή η ύπαρξη χρόνιων νοσημάτων που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της φλεγμονής. Στη συνέχεια, προχωρά σε κλινική εξέταση για να εκτιμήσει τον βαθμό της φλεγμονής και να εντοπίσει τυχόν επιπλοκές.
Στις περισσότερες περιπτώσεις πραγματοποιείται δακτυλική εξέταση του ορθού, μέσω της οποίας ο γιατρός μπορεί να εκτιμήσει την κατάσταση του βλεννογόνου και να διαπιστώσει την ύπαρξη πόνου ή αιμορραγίας. Ακολουθεί πρωκτοσκόπηση ή σιγμοειδοσκόπηση, εξετάσεις που επιτρέπουν την άμεση οπτική παρατήρηση του εσωτερικού τοιχώματος του ορθού και τη λήψη δειγμάτων για περαιτέρω ανάλυση. Η βιοψία ορθού αποτελεί σημαντικό διαγνωστικό εργαλείο, καθώς δίνει τη δυνατότητα ιστολογικής επιβεβαίωσης της φλεγμονής και αποκλεισμού κακοήθειας ή άλλων παθολογικών αλλοιώσεων. Παράλληλα, μπορούν να πραγματοποιηθούν μικροβιολογικές εξετάσεις για την ανίχνευση βακτηρίων, ιών ή παρασίτων, καθώς και αιματολογικός έλεγχος για τη μέτρηση φλεγμονωδών δεικτών όπως η CRP και η ΤΚΕ. Ο συνδυασμός αυτών των εξετάσεων επιτρέπει την ακριβή διάγνωση και τον εντοπισμό της αιτίας που ευθύνεται για την εμφάνιση της πρωκτίτιδας.
Η θεραπεία της πρωκτίτιδας στοχεύει αφενός στην ανακούφιση των συμπτωμάτων και αφετέρου στην αντιμετώπιση του παράγοντα που προκαλεί τη φλεγμονή. Η θεραπευτική προσέγγιση εξατομικεύεται ανάλογα με τη μορφή και τη βαρύτητα της νόσου και μπορεί να περιλαμβάνει φαρμακευτική, τοπική ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, χειρουργική αγωγή.
Η φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει τη χορήγηση αντιβιοτικών σε περιπτώσεις λοιμώδους πρωκτίτιδας, επιλεγμένων σύμφωνα με τον υπεύθυνο μικροοργανισμό (όπως η δοξυκυκλίνη ή η κεφτριαξόνη). Σε περιπτώσεις όπου η φλεγμονή σχετίζεται με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου, χρησιμοποιούνται αντιφλεγμονώδη φάρμακα όπως οι ουσίες 5-ASA ή τα κορτικοστεροειδή, τα οποία συμβάλλουν στον έλεγχο της φλεγμονώδους αντίδρασης και στη βελτίωση των συμπτωμάτων. Αν η πρωκτίτιδα οφείλεται σε ιική λοίμωξη, ενδείκνυται η χρήση αντιϊκών φαρμάκων, όπως η ακυκλοβίρη για τον ιό του έρπητα. Σε πολλές περιπτώσεις εφαρμόζονται επίσης τοπικές θεραπείες, όπως υπόθετα ή κλύσματα με μεσαλαμίνη ή κορτιζόνη, τα οποία επιδρούν απευθείας στο σημείο της φλεγμονής, μειώνοντας τον πόνο και τον ερεθισμό.
Η διατροφή παίζει σημαντικό υποστηρικτικό ρόλο στην αντιμετώπιση της πρωκτίτιδας. Συνιστάται η αποφυγή πικάντικων, λιπαρών και όξινων τροφών που μπορεί να επιδεινώσουν τα συμπτώματα, καθώς και ο περιορισμός της καφεΐνης, του αλκοόλ και των ανθρακούχων ποτών. Η επαρκής ενυδάτωση είναι απαραίτητη, ενώ προτείνονται τροφές πλούσιες σε φυτικές ίνες — εφόσον είναι ανεκτές από τον ασθενή — για τη διευκόλυνση των κενώσεων. Κατά τη διάρκεια περιόδων έξαρσης, ενδείκνυται η κατανάλωση ήπιων και μαλακών τροφών, όπως ρύζι, πατάτες ή μπανάνες, που δεν ερεθίζουν τον εντερικό βλεννογόνο.
Σε πιο προχωρημένες ή χρόνιες μορφές πρωκτίτιδας, ενδέχεται να προκύψουν επιπλοκές όπως αιμορραγία, στένωση του ορθού ή σχηματισμός αποστημάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συντηρητική αγωγή μπορεί να μην επαρκεί, οπότε απαιτείται χειρουργική παρέμβαση ή εξειδικευμένες ενδοσκοπικές θεραπείες, όπως η καυτηρίαση ή η εφαρμογή laser, με σκοπό την αποκατάσταση του βλεννογόνου και την ανακούφιση των συμπτωμάτων.
Συνοψίζοντας, η πρωκτίτιδα αποτελεί μια πάθηση με ποικίλες αιτίες και διαφορετικές μορφές εκδήλωσης, γι’ αυτό και απαιτεί σωστή ιατρική διερεύνηση και εξατομικευμένη προσέγγιση. Με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, τη ρύθμιση της διατροφής και την προσαρμογή του τρόπου ζωής, οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να απαλλαγούν από τα ενοχλητικά συμπτώματα και να αποκαταστήσουν τη φυσιολογική λειτουργία του εντέρου. Η έγκαιρη διάγνωση και η παρακολούθηση από εξειδικευμένο πρωκτολόγο αποτελούν το κλειδί για μια αποτελεσματική και οριστική θεραπεία.

